έως

Γένος πτηνών της οικογένειας των ψιττακιδών. Πρόκειται για μικρούς παπαγάλους με χρώμα πορτοκαλί ή ανοιχτό κόκκινο. Το ράμφος τους είναι γαμψό και μυτερό και το πάνω σαγόνι τους κινητό. Στα πόδια τους έχουν δύο δάχτυλα εμπρός και δύο πίσω και για να σκαρφαλώνουν χρησιμοποιούν και το ράμφος. Τρέφονται με σπόρους, φρούτα, καρύδια, ρίζες και μερικές φορές με σαύρες. Οι πιο πολλοί παπαγάλοι του είδους κατασκευάζουν τις φωλιές τους σκάβοντας στους κορμούς των δέντρων, ενώ άλλοι προτιμούν τα απότομα βράχια. Κατά τη γεωλογική περίοδο του μειοκαίνου ζούσαν και στην Ευρώπη, χάρη στο θερμό κλίμα που επικρατούσε. Συνολικά αριθμούν δέκα είδη, που ζουν σήμερα στα νησιά του Ινδικού και του Ειρηνικού ωκεανού, στο Βόρνεο και στις Μολούκες.
* * *
(I)
και ώς (ΑΜ ἕως, Μ και ὡς, Α και εἵως και ἧος και ἇς και ἅως)
Ι. (σύνδ.) (σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία) μέχρι, μέχρις ότου (α. «θα περιμένω έως ότου έλθεις» β. «οὐκ ἐξέρχομαι ἕως ὅτου νὰ ἔλθῃς» γ. «ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς», ΚΔ)
νεοελλ.
φρ. «ώσπου να πεις κρεμμύδι ή κύμινο» — αμέσως, στη στιγμή
μσν.
(με το ώσπου πλεοναστικά) μέχρι («ἐφυλακίσαν -τους... ἕως ὥσπου τοὺς ἐλευθέρωσεν ὁ Θεός», Μαχ.)
μσν.-αρχ.
1. μέχρι που, τώρα που, μέχρις ότου
2. ενώ, όταν (α. «εἵως ἐν Τροίῃ πολεμίζομεν», Ομ. Οδ.
β. «ἕως ὁποὺ ἦτον σκλάβος», Ασσίζ.)
αρχ.
1. (με ορστ. για δήλωση γεγονότος τού παρελθόντος χρόνου) μέχρι, έως ότου, έως να
2. (σε υποθ. όταν στην απόδοση υπάρχει παρατατικός με αν) δηλώνει πράξη που δεν έχει γίνει («ἡδέως μὲν ἄν διελεγόμην... ἕως αὐτῷ ἀπέδωκα ρῆσιν», Κρατ.)
3. (με το αν ή το κε και υποτ.)
δηλώνει αβέβαιο γεγονός στο μέλλον («μαχήσομαι..., εἵως κε τέλος πολέμοιο κιχείω» — θα μάχομαι μέχρις ότου επιτύχω το τέλος τού πολέμου, Ομ. Ιλ.)
4. (με ευκτ. και το κε ή αν) δηλώνει γεγονός που εξαρτάται από τις περιστάσεις («οὐκ ἀποκρίναιο, ἕως ἄν... σκέψαιο», Πλάτ.)
5. στον πλάγ. λόγο («ἔδωκεν... ἕως ἀνὴρ εἶναι δοκιμασθείην», Δημοσθ.)
6. (με υποτ. και ευκτ.) για να, με σκοπό να («εἵως Πηνελόπειαν... παύσειε κλαυθμοῑο», Ομ. Οδ.)
7. (με το αν και υποτ.) όταν η ενέργεια αναφέρεται στο μέλλον («οὐδὲν ἔστ' αὐτῷ βεβαίως ἔχειν, ἕως ἄν ὑμεῑς δημοκρατῆσθε», Δημοσθ.)
8. (με ευκτ.) δηλώνει επανάληψη («φήσομεν... μηδὲν ἄν μεῑζον μηδὲ ἔλαττον γενέσθαι... ἕως ἴσον εἴη αὐτὸ ἑαυτῷ», Πλάτ.)
9. προηγουμένως, για αρκετό καιρό
10. συνεχώς
II. πρόθ.
1. (με επίρρ. χρονικό) μέχρις ότου (α. «έως σήμερα» β. «ἕως ἄρτι»)
2. (με επίρρ. τοπικό) μέχρι (α. «έως εκεί» β. «έως κάτω»)
3. (με αιτ. για δήλωση τόπου ή χρόνου) («πήγαμε ώς την Ομόνοια»)
νεοελλ.
φρ. «ώς εδώ και μη παρέκει» — αρκεί, η υπομονή μου εξαντλήθηκε, δεν ανέχομαι άλλο πλέον
νεοελλ.-μσν.
(με αριθμτ. ή γενικά για αρίθμηση και μέτρηση) περίπου, σχεδόν, πάνω-κάτω («τόν ακολούθησαν έως πεντακόσιοι άνθρωποι»
μσν.
1. μέχρι και, ακόμη και («θέλει τοὺς κόψει ὅλους, ἕως τὰ βρέφη τὰ μικρά»)
2. επί («ἕτεροι δεκαέξι ἕως ὀκτὼ φορές... γίνονται ἑκατὸν εἰκοσιοκτώ»)
αρχ.
1. (με γεν. δηλώνει χρόνο ή τόπο ή τον βαθμό, το ποσό μιας κατάστασης) μέχρι («πάντες οἱ προφῆται... ἕως Ἰωάννου»)
2. φρ. «ἕως θανάτου» — υπερβολικά («περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου», ΚΔ).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιστοιχεί ακριβώς με αρχ. ινδ. yavat «για τόσο χρονικό διάστημα, τόσο μακριά» και ανάγεται σε *ἇFoς, από το οποίο προήλθε ο αιολ. τ. ἆος, με αιολική ψίλωση, ο επικ. τ. ἧος και ο ομηρικός, ιων.-αττ. τ. ἕως, με αντιμεταχώρηση (πρβλ. βασιλ-ῆο-ς > βασιλ-έω-ς). Το ει- τού ομηρικού τ. εἵως, που απαντά προ συμφώνου εν αντιθέσει προς το ἕως που απαντά προ φωνήεντος, οφείλεται σε μετρικούς λόγους. Ο τ. τόσο στην αρχ. ελλ. όσο και στη νέα ελλ. χρησιμοποιείται ως πρόθ.: π.χ. έως αύριο, έως εκεί, και στη νέα ελλ. εναλλάσσεται με το ώς* ή το μέχρι*. Η λ. έως εξάλλου χρησιμοποιείται στην αρχ. ως σύνδ. (π.χ. ἕως ἔλθοι), ενώ στη νέα ελλ. λειτουργεί ως σύνδ. μόνο εν συνδυασμώ με την αντων. ότου: π.χ. Έως ότου έρθεις εγώ θα έχω τελειώσει (πρβλ. αφότου)].
————————
(II)
ἕως, ἡ, ιων. τ. ἠώς, δωρ. τ. ἀFὼς και ἀFώρ, αιολ. τ. αὔως, βοιωτ. τ. ἄας (Α)
1. η ώρα πριν από την ανατολή τού ηλίου, αυγή, πρωί, χαραυγή, γλυκοχάραμα, ξημερώματα
2. γεν. ημέρα
3. το σημείο τού ορίζοντα από το οποίο αρχίζει η αυγή, η ανατολή
3. ως κύριο όν. ἡ Ἕως και Ἠώς
η θεά τής αυγής, η οποία, αφού εγκαταλείπει τον σύζυγό της Τιθωνό, αναδύεται από τον ωκεανό και προηγείται από τον ήλιο
4. οι χώρες τής Ανατολής
5. φρ. «ἅμα ἕῳ» ή «ἅμα τῇ ἕῳ» — με την αυγή, τα χαράματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ανάγεται στον ΙΕ τ. *āusōs- «ροδαυγή». Παράλληλοι τ. ἠώς, αιολ. αὔως, δωρ. ἀFώς, ἀFώρ. Με μετατροπή τού s τού ΙΕ τ. σε δασεία (*auhws) και μετάθεση τής τελευταίας στην αρκτική θέση (* hauws) προκύπτει ο δασυνόμενος τ. εως, η παροξυτονία τού οποίου ερμηνεύεται αναλογικά προς το επίρρ. ἕωθεν, κανονικά προπαροξύτονο. Κατ' άλλη άποψη, η δάσυνση ερμηνεύεται αναλογικά προς το ἑσπέρα και ως αρχικός ελλ. τ. υποτίθεται ο *ᾱFως, που αντιστοιχεί πλήρως με τον λατ. aurōra και συνδέεται επίσης με τον αρχ. ινδ. usas- (που εμφανίζει συνεσταλμένη βαθμίδα ρίζας). Παράλληλο θ. με r αντί s εμφανίζεται στο αρχ. ελλ. αύριον (< *aus-r) και τα λιθ. aušr-a «ροδαυγή» και αρχ. ινδ. usr-a- «πρωινός». ΠΑΡ.: αρχ. έωθεν, έωλος, ηοίος, ηώθι.
ΣΥΝΘ.: εωσφόρος
νεοελλ.
εωσφορίτης, εωψάλτρια].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἕως — indeclform (conj) ἠώς dawn fem acc pl (attic) ἠώς dawn fem nom/voc pl (attic doric aeolic) ἠώς dawn fem gen sg (attic doric aeolic) ἠώς dawn fem nom sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έως — πρόθ., ίσαμε, ως …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐῶσ' — ἐῶσα , ἐάω suffer pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) ἐῶσι , ἐάω suffer pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἐῶσι , ἐάω suffer pres subj act 3rd pl (attic epic ionic) ἐῶσι , ἐάω suffer pres ind act 3rd pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐῷς — ἐάω suffer pres opt act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑώς — ἑός his masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πήχυς — εως, ο / πῆχυς, εως και εος, ΝΜΑ, και πήχη, η, ΝΜ, και πήχης, ο, και πήχυ ή πήχι, ιού, το, Ν, αιολ. τ. πᾱχυς, ὁ, Α το αντιβράχιο, το τμήμα τού χεριού που περιλαμβάνεται από τον αγκώνα έως τον καρπό, έως την πηχεοκαρπική άρθρωση νεοελλ. αρχ. ο… …   Dictionary of Greek

  • στόμις — εως, ὁ, Α (για ίππο) ατίθασος, σκληρόστομος, αυτός που δεν δέχεται το χαλινάρι. [ΕΤΥΜΟΛ. < στόμα + επίθημα ις, εως (πρβλ. γάστρ ις, εως)] …   Dictionary of Greek

  • Φωκαιεύς — έως, ο, ΝΑ, και αττ. τ. Φωκαεύς, έως, Α ο κάτοικος τής Φώκαιας, πόλης τής Μικράς Ασίας αρχ. (με σημ. επιθ.) αυτός που προέρχεται από την παραπάνω πόλη, φωκαϊκός («λαβὼν τριακόσιους στατῆρας Φωκαεῑς», Δημοσθ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < Φώκαια + κατάλ. εύς*] …   Dictionary of Greek

  • μάλις — εως και μάλη, η (AM μᾱλις, ιος) λοιμώδης μεταδοτική νόσος που προσβάλλει κυρίως τα ιπποειδή, αλλά μπορεί να μεταδοθεί και στον άνθρωπο. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Παρά τον τ. μάλις, εως μαρτυρείται και τ. μᾱλίς / μηλίς*, ίδος. Και τα δύο δηλώνουν… …   Dictionary of Greek

  • Αιολεύς — ( έως), ο (Α Αἰολεύς) 1. ο κάτοικος τής Αιολίδος 2. ο κάτοικος τής Αιόλης 3. αυτός που ανήκει στην αιολική φυλή. [ΕΤΥΜΟΛ. βλ. αἰόλος. ΠΑΡ. αρχ. αἰολίζω ΙΙ, αἰολικὸς Ι] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.